Απόσπασμα από τηλεφωνική ηχογραφημένη συνομιλία με την Σάντυ Μακροπούλου.
Η Σάντυ Μακροπούλου εγγονή του Χαράλαμπου Μακρόπουλου (αδερφού του Στράτου) στο πλαίσιο έρευνας και συλλογής αρχειακού υλικού, ηχογραφησε τον Ευστράτιο Μακρίδου κουβεντιάζοντας μαζί του για την ιστορία της οικογενείας του. Εδώ παραθέτουμε το αποσπάσματα που αναφέρονται στην 9η Σεπτεμβρίου 1944.
Στράτος Μακρίδης – 15 Φεβρουαρίου 2020
(ηχητικό Θείος Στράτος)
Μέχρι το 1922 μένανε στο χωριό Καράτεπε, Νικομήδειας, Μικράς Ασίας και η μάνα μου και ο πατέρας μου.. Ήρθει ένα μεγάλο γκρουπ εδώ στο Καρυόφυτο. Αυτοί γύρισαν πίσω, πήγαν βρήκαν τους πατριώτες τους ας πούμε εκεί και τους σύστησαν και όλοι μαζί ήρθαν εδώ στο Καρυόφυτο. 1923 τότε, οι πρόσφυγες που ήρθαν, ψάχνανε να έχει κρύα νερά, να έχει το κλίμα περίπου αυτό που είχε το χωριό τους εκεί στη Νικομήδεια, καλλιέργεια καπνού. Δεν είχε Έλληνες, κατοικούσαν Τούρκοι, έφυγαν οι Τούρκοι, πήγαν εγκαταστάθηκαν στη Μικρά Ασία, δεν ξέρω μπορεί να πήγαν και στα χωριά των δικών μας και οι δικοί μας μείνανε σε σπίτια που εγκαταλείφθηκαν από τους Τούρκους. Κοίταξε να δεις, όπως κάθε άνθρωπος όταν φεύγει από ένα χωριό, είτε πόλη που έζησε, σίγουρα το χωριό τους το αναφέρανε, ότι είχε καλές παραγωγές, ήταν πολύ κοντά στη Νικομήδεια, ένα τέταρτο με τα πόδια ξέρω ‘γω περίπου έξω από τη Νικομήδεια, το παινεύανε αλλά μείνανε.
Μέχρι που ήρθε το 1944, το ‘41 με το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο που έκανε ο Χίτλερ….επειδή εδώ στην περιοχή είχαν αναπτυχθεί τα εθνικά ανταρτικά όπως τα λέγανε…στην κατοχή μιλάω τώρα, από το 43, 42 και 43 προς 44, στην περιοχή εδώ αναπτύχθηκε μία ομάδα ανταρτών περίπου 700 Ελλήνων έναντι στους Βούλγαρους, γιατί όλη τη Θράκη από τον Νέστο και μέχρι το Στρυμόνα την κατέλαβαν, οι Γερμανοί φέραν τους Βούλγαρους εδώ και μας κάναν κατοχή. Τέσσερα χρόνια από το ‘41 μέχρι και το Σεπτέμβριο του ‘44, να μη πω και Οκτώβριο, εδώ στο λόφο στο Άνω Καρυόφυτο, είχε εγκατασταθεί ένας λόχος βουλγαρικού στρατού σε αντιπερισπασμό των ανταρτών που ήτανε πάνω από το Καρυόφυτο στη Χαιντού που λέγανε ένα βουνό. Εκεί είχε δημιουργηθεί ελληνικό ανταρτικό καπετανάτο, περίπου 700-800 αντάρτες. Επειδή το Άνω Καρυόφυτο και κάνα-δυο άλλα χωριά ήταν τα πλησιέστερα χωριά, εδώ στο Καρυόφυτο το θεώρησαν πιο κεντρικό και εγκαταστήσανε ένα λόχο βουλγαρικού στρατού.
9 Σεπτεμβρίου του ‘44 κατέβηκαν οι αντάρτες, έγινε μία συμπλοκή στο χωριό, κάψανε οι Βούλγαροι όλο το χωριό, σκοτώσανε και 33 άτομα, μεταξύ αυτών και τον παππού τον Πολυχρόνη, τον πατέρα μου δηλαδή. Παίρνάνε από τα σπίτια, άλλους έξω στην αυλή ή άλλους έξω στο δρόμο και επιτόπου σκοτώνανε. Από μωρό στην αγκαλιά που σκότωσαν, μέχρι 74 χρόνων ηλικιωμένο τους σκοτώσανε ανάμεσα στα θύματα. Από το Καρυόφυτο ο μπαμπάς μου φυσικά έφυγε από τη ζωή οι υπόλοιποι, ο μπαμπάς σου (εννοεί τον παππού της Σάντυ) , η μάνα μου, όλοι κατεβήκαμε στη Σταυρούπολη που είχαμε κάποιους συγγενείς. Τότε υπήρξε και ο εμφύλιος πόλεμος. Μείναμε στη Σταυρούπολη δύο χρόνια, ξανανεβήκαμε το ‘49 με ‘50 στο Καρυόφυτο, ξαναρχίσαμε την ίδια ζωή πάλι με καπνά.
Το ’52 αυτά τα σπίτια που έχουμε, κάτι πυρήνες που τα λέγαμε, τα έκλεισε το δημόσιο και μπήκαμε μέσα, ήτανε σκέτα ντουβάρια δηλαδή και ο καθένας από μόνος σου σιγά-σιγά έκανε μετά σοβάδες ταβάνια τα κάναν από μόνοι μας.
Κατεβήκανε μέσα από το χωριό, ήτανε καμία 35-38 άτομα στο βουνό αντάρτες και σε αυτό το αντάρτικο που λέγαμε κόντρα στους Βουλγαρογερμανούς είχαν βγει στο βουνό. Εν τω μεταξύ οι Βούλγαροι δεν κάθονταν απλά στο χωριό, στο σχολείο είχαν τη δύναμη 140 άτομα περίπου στρατό, αλλά γύρω γύρω από το χωριό σε όλα τα υψώματα είχαν ένα αντίσκηνο με έναν…με μία ομάδα στρατό, δηλαδή 5-6 άτομα σε κάθε κορυφή γύρω-γύρω από το χωριό. Απάνω δηλαδή, στου Νεοχωρήτη το σπίτι, αν το θυμάσαι, στο σχολείο από πίσω στα υψοματάκια παντού είχαν στρατιώτες, για να μην κατεβαίνουν τη νύχτα οι αντάρτες και πηγαίνουν στις οικογένειες.
Κάποιοι από τους αντάρτες τους δικούς μας κατέβηκαν στην μια άκρη, εκεί τους αντιλήφθηκαν, σκοτώσανε και το πρώτο Βούλγαρο το σκοπό εκεί που ήταν στο φυλάκιο. Εν τω μεταξύ αυτό ήταν μια αφορμή να αρχίσει μία μάχη μεταξύ του λόχου του βουλγαρικού στρατού και των ανταρτών που κατεβήκανε. Αλλά μεσολάβησαν κάποιες ώρες.
Όσοι ήταν κάτω από τη μέση του χωριού προς τα νότια, όπως εμείς, εγκλωβιστήκαμε εδώ, δεν μπορούσαμε να φύγουμε μέχρι εκεί που κατέβηκαν οι αντάρτες… το δρόμο τον ξέρεις που πάει για το κάτω Καρυόφυτο…ε μέχρι εκεί είχαν έρθει οι αντάρτες και μαζί με τους αντάρτες πήγαν και οικογένειες, κάτοικοι, γυναικόπαιδα, όσοι μπόρεσαν φύγαν στο βουνό.
Η μάχη άρχισε στις 3:30 τη νύχτα και συνέχισε μέχρι την άλλη μέρα στις 10:00 με 11. Για να γλιτώσουμε εδώ ήρθαν ξαφνικά τέσσερις Βούλγαροι στρατιώτες με τις ξιφολόγχες, μας πήραν όπως ήμασταν στο χαγιάτι. Ξέρεις τι είναι το χαγιάτι; Είναι…ανεβαίνοντας είναι μια σάλα και το κάτω μέρος λέγεται χαγιάτι. Ήμασταν εκεί. Μας πήραν περίπου, επειδή είχαμε είχε άτομα και από τη γειτονιά 10 άτομα, το στενό όπως βγαίνουμε στο σπίτι… από το σπίτι… το διπλανό για να βγούμε στο προς το δρόμο. Ξαφνικά έρχεται ένας από τους Βούλγαρους που κυκλοφορούσαν και σκότωναν όπου βρίσκαν Έλληνα, μωρό, μικρό, μεγάλο, όπου… αρκεί να ήταν Έλληνας. Με τη μανία τους αυτή σκοτώνανε.
Η πρώτη τουφεκιά που ήρθε και στην παρέα μας ήτανε στον πατέρα μου, ο όποιος ήταν 50-51 χρόνων τότε, είχε και μουστάκι, τον είδαν σαν…, μπορεί και να τον νόμιζαν για αντάρτη. Κατευθείαν πρώτη τουφεκιά που έριξε στον πατέρα μου έπεσε κάτω και εκεί σκορπίσαμε όλοι.
Ήταν 9 Σεπτεμβρίου του ‘44 όταν έγινε αυτό. Σκορπίσαμε στους μπαξέδες που είχαμε φασόλια φυτεμένα, καλαμπόκια και φύγαμε… κρυφτήκαμε σε κάποιο …ένα ρέμα που χωρίζει τους δυο μαχαλάδες. Από ‘δω, για να ξεκινήσουμε να πάμε στο Κάτω Καρυόφυτο δεν υπάρχει το κάτω ρέμα; Και πήγαμε εγώ, ο Τάσος, ο Χαράλαμπος… κάποια άτομα πήγαμε εκεί.
Η Ζαμπακιά, η μάνα μου, κάποιες γυναίκες κρύφτηκαν στα τσαλιά εδώ παρακάτω από το σπίτι….πήγαν μέσα απ’ τους μπαξέδες, ήταν οι μπαξέδες φορτωμένοι φασόλια, φυτεμένοι καλαμπόκια και μέσα από αυτά ξεφύγαμε, χωθήκαμε σε κάποιες άκρες και γλιτώσαμε. Όλους μαζί, ήρθαν σου είπα τέσσερις Βούλγαροι, ανέβηκαν απάνω στο σπίτι, λεηλάτησαν, ό,τι τους άρεσε το βάζαν στην τσέπη, κατεβήκανε μας βγάλανε εκεί στο στενό μόλις βγαίνεις από το….την ανηφόρα δεν έχουμε που βγαίνουμε; Όπως είναι η πόρτα εκεί καθίσανε οι τρεις Βούλγαροι γύρω-γύρω, μας έχουν εκεί πέρα κλειδωμένους και από απέναντι έρχεται ένας τέταρτος Βούλγαρος, ούτε ρώτησε, ούτε στους συνάδελφός του μίλησε, ούτε σε κανέναν τίποτα, κατευθείαν έριξε στον πατέρα μας και τον σκότωσε.
Τότε ακούστηκε μία φωνή από, δεν θυμάμαι ο Χαράλαμπος τώρα, ποιος την έκανε: «Μας σκοτώνουν!» φώναξαν και πίσω από το στενό το σπίτι όπως είναι η σταλαμή που λέμε που είναι στο πίσω μέρος του σπιτιού, κρυφτήκαμε σε διάφορα σημεία.
Αλλά η μάνα μου… ο πατέρας μου που τον χτύπησαν εδώ στο μέτωπο αριστερά και βγήκε σφαίρα από πίσω… τον έχει αγκαλιάσει η μάνα μου και πέσανε μαζί εκεί επιτόπου σε αυτό το σημείο. Η μάνα μου λιποθύμησε εκεί και έμεινε ένας από τους Βούλγαρους, αυτούς που ήρθαν και μας πήραν από μέσα, έμεινε εκεί και όταν συνήλθε μετά, δεν ξέρω ακριβώς από πόσο ώρα, η μάνα μας, η γιαγιά η Φωτεινή δηλαδή, άρχισε να ξεφωνίζει: «Τα παιδιά μου τα παιδιά μου!» και την είπε αυτός που έμεινε εκεί ο Βούλγαρος: «Μην κλαις, τα παιδιά σου γλίτωσαν φύγανε κρυφτήκανε». Και συγκεκριμένα τουρκικά: τα κζάνια σου ζούνε, μην κλαις είναι καλά ξέρω ‘γω την παρηγόρησε, αφού ο πατέρας μου είχε ξεκαθαρίσει ότι είναι νεκρός.
Την πήρε την έβγαλε μέσα από τη αυλή που πάει για το άλλο το σπίτι πέρα του παπά-Βασίλη. Εδώ μπροστά ήταν καλαμπόκια και φασόλια φυτεμένα. Έβαλε την είπε θα μπεις εδώ, θα καθίσεις και αυτός φαίνεται επρόκειτο για καλό άνθρωπο, κάθισε στο μονοπάτι που χωρίζει ανάμεσα τα δύο τα σπίτια και περίμενε μήπως έρθει κανένας άλλος. Δεν την επέτρεπε να βγει μέσα από το μπαξέ γιατί λέει θα σε σκοτώσουνε, θα περάσει κανένας άλλος, θα σε σκοτώσει.
Και το ότι έζησε μπορώ να πω ότι ήταν επειδή βρέθηκε αυτός καλός και είδε εμάς που φύγαμε τα παιδιά και είδε και εκείνη που μες στα αίματα βουτηγμένη ξέρω ‘γω και την έκρυψε, την έβαλε εκεί μέσα στα φασόλια, μες το μπαξέ. Και κατά τις τρείς η ώρα, οι Βούλγαροι είχαν εξαφανιστεί όλοι φύγαν από δω και αρχίσαν να βγαίνουνε οι κρυμμένοι που ήταν εδώ και εκεί από το κάτω Καρυόφυτο που δεν το ψάξανε το κάτω Καρυόφυτο. Ήρθαν κάμποσοι και άρχισαν… ψάχναμε σε τέσσερις-πέντε τοποθεσίες, παντού είχε σκοτωμένους.
Μία ομαδική, ένας ομαδικός φόνος έγινε στην αυλή της εκκλησίας, ένας ομαδικός φόνος έγινε ανεβαίνοντας πριν να πάμε στη διασταύρωση δεν είναι μία βρυσούλα; Εκεί… στο χώρο εκείνο, στη βρύση γύρω-γύρω, εκεί σκοτώσανε κάπου 9 άτομα,10 πόσα ήτανε, εδώ στους δρόμους στη γειτονιά μας σε κάθε μπαξέ απέξω, όποιο βρίσκανε αρκεί να ήταν Έλληνας, μωρό, μικρός, μεγάλος, γέρος δεν λογάριαζαν.
Όταν ο άλλος σήκωσε το όπλο για να χτυπήσει τον παππού, η γιαγιά η Φωτεινή έκανε να σηκώσει το δεξί της. Σήκωσε το δεξί της το χέρι απάνω και ο άλλος φοβήθηκε μην κάνει καμία κίνηση και της έδωσε μία σφαίρα πέρασε από την παλάμη πέρασε από πάνω, έσπασε δύο νεύρα εδώ στα δάχτυλα. Έπεσε εκεί λιπόθυμη σκότωσαν τον παππού πρώτα, η πρώτη τουφεκιά στην παρέα που μας βγάλαν δέκα άτομα εκεί και θα μας οδηγούσαν στο σχολείο, είχαν εντολή όπως φαίνεται να μας μαζέψουν όλους μαζί, να μας εκτελέσουν ομαδικά όλο το χωριό, άλλαξαν γνώμη και όπου έβρισκαν Έλληνα επιτόπου τουφέκι και πάνω έξω εδώ σε αυτό το στενό ήρθε ένας απ’έξω, όχι αυτοί που μας βγάλανε, αυτοί ανέβηκαν στο σπίτι ό,τι βρίσκανε παίρνανε, ήταν κοντά μας. Ήρθε ένας τρίτος απ’ έξω απ’ αυτούς που γυρνάγανε έξω από δω από κει και σκοτώνανε, ήρθε και η πρώτη….ο πρώτος πυροβολισμός ήταν να ρίξει στον πατέρα μου. Όταν η γιαγιά είδε το όπλο… ότι σηκώνει ο Βούλγαρος το όπλο, σήκωσε το χέρι της, το δεξί χέρι για να τάχα να πιάσει το όπλο, να το κάνει προς τα πάνω, να μην μπορέσει να το χτυπήσει. Αλλά αυτό δεν ήταν δυνατόν και για το φόβο αυτό, ο ίδιος ο Βούλγαρος ρίχνει έχει μία σφαίρα στην παλάμη και έπεσε μαζί με τον παππού εκεί μείνανε. Αυτοί οι συνάδελφοί του που ήρθαν και μας πήραν μέσα από το σπίτι, δεν ήταν ο πρώτος που πυροβόλησε από αυτούς, ο πρώτος ήρθε ένας απέξω μανιασμένος και κατευθείαν η πρώτη τουφεκιά έριξε στον συγχωρεμένο τον πατέρα μου.
Πιάνοντας το όπλο…προτείνοντας το όπλο για τον πατέρα μου, ε η μάνα μου σήκωσε το χέρι τάχα μήπως τον προλάβει για να το πιάσει από μπροστά να το σηκώσει και εκεί ρίχνει άλλη μια σφαίρα στην παλάμη της μάνας μου, πέσαν η μάνα και ο πατέρας μου πέσανε εκεί αγκαλιασμένοι.
Εμείς σκορπίσαμε σαν τα χελιδόνια στους μπαξέδες και πήγαμε κρυφτήκαμε για να γλιτώσουμε.