Ο Στρατής Μακρίδης αφηγείται…

Το Σεπτέμβρη του 1944 που κάηκε ο Καρυόφυτο, ο Στρατής Μακρίδης ήταν εννέα χρονών και είχε την ατυχία να ζήσει, με τον τραγικότερο τρόπο για ένα παιδί της ηλικίας του, τη βία του πολέμου. «Θυμάμαι και το φυλλαράκι που πάτησα με το πόδι μου, τόσο ανεξίτηλα είναι τα γεγονότα στη μνήμη μου» θα μας πει, όρθιος δίπλα στον πλάτανο του χωριού, λίγο μετά το μνημόσυνο.

Ασπρομάλλης σήμερα, με παιδιά και εγγόνια μακριά από την Ξάνθη, είναι ένας από τους λιγοστούς που υπήρξαν (και σήμερα δηλώνουν περήφανα) μόνιμοι κάτοικοι Καρυοφύτου στα χρόνια που το ορεινό χωριό άδειαζε καθώς ο κόσμος αναζητούσε αλλού να στρώσει τη ζωή του.

Η αφήγησή του ξεκινά με αφορμή μια «παρανόηση»: ποιος εν τέλει έφταιγε για την καταστροφή; Οι αντάρτες;  Οι δωσίλογοι; Το μένος του κατακτητή; Μια συγκυρία της ιστορίας; Η αλλοφροσύνη του πολέμου;

Οι αντάρτες των βουνών

«Από το χωριό, ενταγμένοι στο αντάρτικο ήταν γύρω στα 47 – 48 άτομα… Τότε εδώ, δεν ξέραμε τι θα πει ούτε κομμουνισμός ούτε εθνικισμός… Ξέραμε μόνο, βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής στον κάμπο και Έλληνες αντάρτες στο βουνό. Στο βουνό εν τω μεταξύ, δεν ανέβαιναν με ιδεολογήματα, ότι ήταν κομμουνιστές ή αριστεροί ή δεξιοί… Εδώ ξέραμε ένα πράγμα: πηγαίναμε στο χωράφι, έλεγχος, γυρίζαμε από το χωράφι, πάλι έλεγχος, μας έπιανε ο στρατιώτης και μας έλεγε «πήγες βρήκες τους αντάρτες, προχώρα στο σχολείο», εκεί γινόταν το ξυλοφόρτωμα… Ε! την άλλη μέρα ο γιος ή η κόρη έφευγε στο βουνό… Πέραν αυτού, υπήρχε πολύς φόβος. Θα σας πω ένα γεγονός: το Μάϊο του 1943 επάνω στη Χαϊντού έγιναν ρίψεις (τότε η ελληνική κυβέρνηση ήταν στο Κάϊρο και τα εγγλέζικα αεροπλάνα έκαναν ρίψεις πολεμοφοδίων στο πεδίο που υπήρχε στο σημείο επάνω από το σημερινό δασικό χωριό).

Οσάκις τα αεροπλάνα κάνανε ρίψεις εφοδίων στους αντάρτες, την επομένη περνούσε από το χωριό ένα σύνταγμα βουλγαρικού στρατού. Μάζευαν τον κόσμο από δώδεκα χρονών μέχρι εξήντα και τους αγγάρευαν να καθαρίζουν το δρόμο από τα πετραδάκια από δω μέχρι τη λεγόμενη «αλατιά», ένα ύψωμα με μεγάλες πέτρες που ρίχναμε αλάτι για να φαν τα κατσίκια, για να πηγαίνουν τα ζώα να φορτώνουν τα πολεμοφόδια των εγγλέζων. Εκεί, έστησαν τον κόσμο δύο φορές μπροστά στα πολυβόλα και κάνοντας εικονικές εκτελέσεις μερικών απειλούσαν τους υπόλοιπους ότι θα τους καθάριζαν όλους αν ακουγόταν έστω και μια τουφεκιά στα όρια του οικισμού… Μετά από δύο τέτοια γεγονότα, όσοι μπορούσαν και αισθανόταν δυνατοί, έφευγαν στο βουνό για να γλιτώσουν…»

Η «παραπλάνηση»

«Υπήρχε κάποια πληροφορία, καλώς ή κακώς, ότι οι Βούλγαροι φεύγουν και φεύγοντας κάνουν ζημιές στις οικογένειες των ανταρτών, θα σκοτώσουν κόσμο, θα κάψουν τα σπίτια, κ.λπ. Τώρα, αν αυτή η πληροφορία ήταν απόλυτα σωστή, δεν ελέγχθηκε. Απλώς διαδόθηκε από στόμα σε στόμα. Η φήμη αυτή αναθάρρησε, από τη μια τον κόσμο, και όσους είχαν δικούς τους επάνω στο βουνό ακόμα περισσότερο, και από την άλλη τους αντάρτες που μάλλον παραπλανήθηκαν και βιάστηκαν. Κι ούτε ελέγχθηκε σε ποιο βαθμό είχε υποχωρήσει ο κατοχικός στρατός για να κάνουν επίθεση. Στο Καρυόφυτο και τα γύρω χωριά υπήρχαν οι Λόχοι Θανάτου, που ήταν στρατιωτική δύναμη εκατό περίπου ατόμων. Στο χωριό μας ο Λόχος Θανάτου είχε την έδρα του στο Σχολείο και γύρω από τον οικισμό ανά διακόσια μέτρα, οι Βούλγαροι είχαν οργανωμένα φυλάκια. Στις 9 Σεπτεμβρίου το βράδυ, με την πρώτη τουφεκιά που έπεσε σ’ ένα από αυτά τα φυλάκια Με το που έπεσε η πρώτη τουφεκιά σ’ ένα από τα φυλάκια, άρχισε το μακελειό…»

Η συμπλοκή

«Οι αντάρτες δεν έβγαλαν τους Βουλγάρους από όλο το χωριό. Δεν μπόρεσαν. Ήρθαν μέχρι εδώ που είμαστε τώρα. Δυο τρεις απ’ αυτούς είχαν κατεβεί έξω από το χωριό και όταν ο Βούλγαρος ο Λοχαγός είδε ότι από το νότο πέφτουν τουφεκιές που ήταν και η διέξοδος υποχώρησής τους, γιατί μάλλον και αυτοί θα ετοιμάζονταν για την υποχώρηση, έδωσε εντολή στους στρατιώτες του να παραμείνουν όπου βρίσκονταν επιτόπου και να προφυλαχθούν μέχρι να φθάσουν ενισχύσεις. Και πράγματι, κατά τις έντεκα – δώδεκα την ίδια νύχτα, εδώ έφθασαν πάνω από χίλιοι στρατιώτες… Γέμισαν τα βουνά και τα λαγκάδια… Μέχρι κι από τον Κεχρόκαμπο ήρθε στρατός. Στο μεταξύ, μέσα στο χωριό γίνονταν κανονική μάχη μεταξύ των ανταρτών που είχαν κατέβει και του βουλγάρικου λόχου».

Η μαύρη νύχτα «Θυμάμαι, εμείς, στο δικό μας σπίτι περιμέναμε να ’ρθούν οι αντάρτες, οι δικοί μας από την οικογένεια, να δούμε τι θα κάνουμε, να φύγουμε μαζί τους… Και ξαφνικά στις εντεκάμιση η ώρα, βλέπουμε πέντε στρατιώτες, λογχοφόρους Βουλγάρους, μας αρπάζουν και πριν βγούμε από το σπίτι ακόμη, στο κατώφλι, χωρίς να ρωτήσουν τίποτα, χωρίς δεύτερη κουβέντα, ήρθε ένας τους μπροστά σήκωσε το όπλο σκότωσε μπροστά μας τον πατέρα μας, έπεσε μές’ τα πόδια μας, και τραυμάτισε τη μάνα μας στο χέρι όπως τεντώθηκε μπροστά του να τον φυλάξει… Φωνές, κλάματα, τσιρίδες, ένας τρόμος ήταν όλο… Όπως ρίχτηκε η μάνα μας πάνω από το κορμί του πατέρα μας και φώναζε, πάνω στον πανικό εμείς, τα παιδιά, σκορπίσαμε γύρω από τα σπίτια να κρυφτούμε όπου βρίσκαμε, σε κάτι φασολιές, σε κάτι καλαμπόκια, στα βάτα. Όσο, φυσικά, γλίτωσαν από τη μέση του χωριού και κάτω, γλίτωσαν γιατί κρύφτηκαν μέσα σε μπαξέδες, χώθηκαν στα κανάλια, στα βάτα, γύρω από τα σπίτια. Οι υπόλοιποι – τους μάζευαν ομαδικά, σε διάφορα σημεία και εκεί, αλλού πέντε αλλού οκτώ αλλού δύο – επιτόπου εκτέλεση… Χωρίς να σε ρωτάει ποιος είσαι, χωρίς να κοιτάει αν είσαι νήπιο αν είσαι γέρος αν είσαι αντάρτης ή δεν είσαι. Σκοτώσανε ακόμη και τον Βούλγαρο Πάρεδρο, υποθέτοντας ότι αυτός περιέθαλπε τους αντάρτες και συνεργάστηκε μαζί τους! Η απελευθέρωση, μας βρήκε σκόρπιους, οικογένειες διαλυμένες, καμένα όλα… Άλλοι έφυγαν, άλλοι έμειναν… Το ξαναφτιάξαμε αλλά τι το θες! Έφυγαν ψυχές;…»

Πηγή : www.paratiritis-news.gr [ https://www.paratiritis-news.gr/news/mnimosyno-stous-nekrous-tis-9is-septemvriou-1944/ ]